Ένα μεσαιωνικό παραμύθι

dragon_.jpgΞέρεις, μια κακομαθημένη γλυκειά πριγκίπισσα εφαρμόζει κάθε μικρό και μεγάλο τερτίπι για να κακομαθαίνει τους αγαπημένους της και άλλα τόσα για να τους γλυκαίνει. Μμμ… αυτό μου φαίνεται ωραία αρχή για ένα παραμύθι. Αυτοσχεδιάζοντας, λοιπόν, για την ευχαρίστησή σου και μόνο ξεκινάω…
Εκεί, που λες, στα παλιά τα χρόνια, κλεισμένη σε ένα μεσαιωνικό πέτρινο κάστρο, περικυκλωμένο από ψηλά αναρριχητικά φυτά με πορφυρόχρωμα πλατύφυλλα ζούσε μια κακομαθημένη και γλυκειά πριγκίπισσα. Με όνειρα και ευαισθησίες. Πολυτάλαντη, πρόσχαρη και απαιτητική, γνώρισμα απαραίτητο για κάθε καθώς πρέπει Πριγκίπισσα της σειράς της. Είχαν βάλει τον Δράκο, τον άγριο και ακοινώνητο, τρομακτικό δράκο με τα μπλε μάτια να την φυλάει ώστε κακό να μην την έβρει… Όλοι τον έτρεμαν και τον φοβούνταν, και ποτέ κανείς δεν τον κοιτούσε στα μάτια. Μόνο εκείνη. Μόνο εκείνη ήξερε ότι είναι βαθειά μπλε και πάλλονται όταν τα δικά της βυθίζονταν στο θαλασσί τους χρώμα.
Μα αυτό το έμαθε σταδιακά. Την πρώτη φορά που τον κοίταξε, εκείνος χαμήλωσε το βλέμμα του στην στείρα γη. Και έριξε τις φλόγες του δίπλα στο παράθυρό της. Η νεαρή πριγκίπισσά μας, φοβήθηκε και έφυγε τρέχοντας, κρύφτηκε στη θαλπωρή του δωματίου της. Πήρε το μελανοδοχείο και άρχισε να γράφει τις σκέψεις της, όπως έκανε πάντα όταν κάτι την απασχολούσε. Αναρωτιόταν γιατί όλο το βασίλειο να τον τρέμει και να τον φοβάται. Έγραφε, έγραφε, έγραφε, μέχρι ο ήλιος να δύσει και το φεγγάρι να ανατείλει. Το απόκοσμο φως του γλιστρούσε στο ξύλινο πάτωμα και το κερί της έλιωνε αργά τρεμοπαίζοντας. Αποκοιμήθηκε σε έναν ύπνο ανήσυχο, και ονειρεύτηκε πως ο Δράκος είχε φωνή και της μιλούσε με μιλιά ανθώπινη και της άνοιγε το νου του. Μίλησαν για τα πάντα. Για το παρελθόν του, για το πώς βρέθηκε εκεί. Για το ότι νιώθει μοναξιά εκεί στο προαύλιο και για το ότι θέλει παρέα. Και εκείνη ένιωθε μόνη, απομονωμένη και προστατευμένη, μακρά από την πραγματικότητα.
Ξύπνησε από το κρύο. Βγήκε τρέχοντας στο περβάζι και τον είδε. Μόλις τον κοίταξε, ξαναχαμήλωσε το βλέμμα του χωρίς εκείνη να προλάβει να δει το μπλε των ματιών του. Αλλά εκείνη τη φορά δεν την τρομοκράτησε ρίχνοντάς της φλόγες. Το επόμενο βράδυ, ξανά τον ονειρεύτηκε. Είχε βγει στον κήπο και μιλούσαν πάλι. Μόνο που δεν έβλεπε τα μάτια του. Ήταν τόσο μακρυά της που δεν μπορούσε να τα ξεχωρίσει. Της είπε ένα τραγούδι, χαρμόσυνο, κεφάτο και εκείνη ενθουσιάστηκε. Συμφώνησαν να μάθουν ο ένας στον άλλον τα όσα ξέρουν. Μόνο, της ζήτησε να του υποσχεθεί ότι θα το κρατήσει μυστικό. Κανείς να μην το μάθει.
Το πρωινό την βρήκε να τον σκέφτεται. Τι περίεργα όνειρα ήταν άραγε αυτά; Η παιδεία της την είχε από μικρή διδάξει να διαβάζει τα σημάδια του ουρανού, τους χάρτες της θάλασσας και της γης, να ξεφυλλίζει επιστημονικά βιβλία, μα όχι να πιστεύει στα όνειρα.
Και τότε άκουσε, την γνώριμη πια φωνή να την καλημερίζει. «Καλημέρα» της είπε ο Δράκος, και γυρνώντας στο παράθυρο αντίκρυσε το βλέμμα του. Για πρώτη φορά. Δεν ήξερε τι την τάραξε περισσότερο, το ότι μιλούσε ανθρώπινα, όπως στο όνειρό της, ή ότι είχε τόσο διαπεραστικό βλέμμα. Ένιωθε λες και την διαπερνούσε, ότι έφτανε μέχρι τις πιο κρυφές της σκέψεις.
Και έτσι ήταν. Της εκμυστηρεύτηκε ότι αυτά που ονειρευόταν ήταν πραγματικότητα και ότι το πρώτο πράγμα που ήθελε, ήταν να είναι αυτή που θα της λέει καλημέρα κάθε που ξημερώνει. Άλλωστε, μονο αυτή είχε ακούσει την φωνή του, είχε δει τα μάτια του. Μόνο αυτή. Μόνο εσύ, της είπε.
Και οι μέρες περνούσαν, έδιναν τη θέση τους στις νύχτες, και αυτοί όλο μιλούσαν, ταξίδευαν σε όμορφες λίμνες και κατάφυτα δάση, σε αμμουδιές και σε ουρανούς γεμάτους αστέρια κάθε νύχτα, την έβαζε στην πλάτη του, άνοιγε αθόρυβα τα φτερά του και πετούσαν μακρυά. Μακρυά από το κάστρο, μακρυά από το βασίλειο. Διέσχιζαν βουνά και ποτάμια, σπίτια και καταυλισμούς και πήγαιναν όπου ποθούσαν.
Στα ομορφότερα μέρη. Εκείνη έφευγε για πρώτη φορά από το δωμάτιό της, ένιωθε ασφαλής και ελεύθερη. Όταν ο αέρας έκανε τα μακρυά μαλλιά της να ανεμίζουν και άκουγε το στροβίλισμα των φύλλων, όταν πατούσε την νοτισμένη γη, όταν έβλεπε τους κύκνους να κοιμούνται στη λιμνη που καθρέφτιζε το φεγγάρι, τότε ένιωθε πλήρης. Ευτυχισμένη. Ώσπου μια νύχτα, κάπως έγινε και τους είδαν οι φρουροί. Τότε ξέσπασε μεγάλη αναστάτωση στο παλάτι. Η βασίλισσα έβαλε τους πολεμιστές να τους κυνηγήσουν, μα ακόμη και τα πιο γρήγορα άλογα δεν μπορούσαν να τους προλάβουν. «Θέλω να μείνω μαζί σου», του είπε μέσα σε λυγμούς. «Θα σε φροντίζω, θα σε κακομάθω, θα σε γλυκαίνω», του είπε η κακομαθημένη γλυκειά πριγκίπισσα. «Δεν γίνεται, δεν είμαι άνθρωπος, ειμαι ένας δράκος, δεν γίνεται ποτέ να ζήσουμε μαζί.» «Μα είσαι ο καλύτερός μου φίλος», του είπε με δάκρυα καυτά να αναβλύζουν από τα μάτια της.
«Θα σε γυρίσω στο παλάτι και θα πετάξω μακρυά. Αυτό θα κάνουμε.» «Όχι», φώναξε εκείνη, «Σ’ αγαπάω.» Μόλις είπε αυτές τις δυο λέξεις, όπως σε κάθε παραμύθι που σέβεται τους αναγνώστες του, ο Δράκος μεταμορφώθηκε σε πρίγκιπα. Με γαλάζια μάτια και βελούδινη φωνή, με ακαταμάχητο χαμόγελο και καρδιά ανθρώπινη.

Και έτσι, λύθηκαν τα ξόρκια… Πήγαν στον Βασιλιά και την ζήτησε σε γάμο. Ήταν από ενα μακρινό βασίλειο, όπου ήξεραν να προσφέρουν και να δέχονται, να αγαπούν και να αγαπιούνται, άρα μπορούσε να την κάνει ευτυχισμένη. Άλλωστε, την είχε ήδη κάνει. Και από τότε, αφού ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα, κάθε πρωί την ξυπνάει με την καλημέρα του και εκείνη νιώθει τόσο χαρούμενη όταν αντικρύζει την όμορφη σταθερή ματιά του. Πράγματι, η κακομαθημένη γλυκειά πριγκίπισσα, τον κακομάθαινε καθημερινά γλυκά και τον έκανε να χαμογελάει.

Advertisements

One thought on “Ένα μεσαιωνικό παραμύθι

Let me hear your voice! Η γνώμη σου Εδώ έχει αξία!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s