Το ταξίδι μου στην Άνδρο. Μέρος Δεύτερο. Χώρα, Στενιές, Στενιές, Χώρα.

χώρα άνδρου

Μπήκα στο ΚΤΕΛ, «Θα κατεβείς στο τέρμα» με ορμήνευσε μια γιαγιούλα, και οι φίλοι μου, άλλωστε, όταν μου έδιναν τις ακριβείς τους οδηγίες (ή περίπου). Κόλλησα τη μύτη μου στο παράθυρο και κοιτούσα την ακρογιαλιά να ξεδιπλώνεται. Ζωντανός πίνακας ζωγραφικής. Ο ήλιος λάμπει και στέφει τη θάλασσα πρωταγωνίστρια του τοπίου, με τα κύματά της να σκάνε ορμητικά στα βράχια ή να χαϊδεύουν τρυφερά τις αμμουδιές.

Κινούμαστε παράλληλα με τους ορμίσκους και κατευθυνόμαστε νοτιοδυτικά. Παλαιόπολη, θυμάμαι εκεί είχα δει πελώριες σαύρες, ήμουν μικρή και φανταζόμουν ότι ήταν δεινόσαυροι. Περνάμε το Μπατσί. Αντί να διαβάσω το βιβλίο που δανείστηκα από την οικογενειακή βιβλιοθήκη προτίμησα τις πινακίδες και τις επιγραφές της διαδρομής που σου δίνουν πάντα μια γεύση από την τοπική κοινωνία: ΕΝΟΙΚΙΑΖΩΜΕΝΑ ΔΟΜΑΤΙΑ, πωλείται μέλι, σπιτική φρουτάλια, rooms to LET, πωλείται το παρόν οικόπεδο (με σπίτι) [το σπίτι όσο το είδατε τόσο το είδα και εγώ]. Αφήνουμε πίσω μας την διασταύρωση για Κόρθι, και τη θάλασσα μακρυά.

Με τα πολλά, και στάσεις κάθε δέκα μέτρα, γιατί -όπως σχολίαζαν οι συνεπιβάτες μου αγανακτισμένοι- ο καθένας θέλει να αποβιβάζεται έξω από την πόρτα του σπιτιού του -γιατί όχι, αναρωτήθηκα εγώ, αφού δε βιαζόμαστε, εδώ οι ρυθμοί είναι χαλαροί, επιτέλους, γι’ αυτό ήρθαμε…- φτάνουμε στη χώρα. Αρχοντικά, υπέροχα κτίρια, με πλούσιους κήπους και μεγάλα πορτοπαράθυρα, όπως ακριβώς τα θυμόμουν, όπως ακριβώς μ’ αρέσουν. Το λευκό των τοίχων φωτιζόταν ακόμη περισσότερο από την αντηλιά, υπέροχο φόντο για τα πολύχρωμα λουλούδια.

Βλέπω τα ταξί που μου είχαν πει οι φίλοι, μα επειδή είναι νωρίς ακόμη, και δε θέλω να τους ξυπνήσω, σεργιανίζω στα σοκάκια. Γνωρίζω τον Λούη, τον χωρατατζή περιπτερά προχωρημένης ηλικίας, που προτίθεται να του αφήσω τη βαλίτσα μου όσο τριγυρίζω. Παίρνω αμυγδαλωτά, για τους δικούς μου, από το Λάσκαρη, ονειρεύομαι να πάω στη γιορτή του λεμονιού -σπόιλερ: δεν πήγα ποτέ-, χαζεύω τις καλοντυμένες κυρίες και κολλάω με την υπέροχη βιτρίνα όπου επέστρεψα για να κάνω πρώιμες καλοκαιρινές αγορές. Αφού χόρτασα χρώμα και φως, πήρα το δρόμο για το σπίτι. Στο ταξί γνωρίζω έναν πιτσιρικά που ασχολείται με την κατασκευή των μάσκουλων και μου εξηγεί με κάθε λεπτομέρεια και εξαιρετική ακρίβεια τη διαδικασία. Έπειτα μου μιλάει για τους αγώνες ιστιοπλοϊας, αργότερα θα γνωρίσω και τον προπονητή του.

Με τούτα και με εκείνα φτάσαμε στον Πύργο. Κατάφυτη πλαγιά, με τη ρεματιά να την χωρίζει θέτοντας φυσικά σύνορα. Ξέρεις, πιο πάνω είναι η (μία) πηγή της Σάριζας. Υπέροχο νερό. Ο αέρας μοσχοβολάει άνοιξη. Στην αυλή με περιμένουν δυο σκύλοι ακοίμητοι φρουροί που ξεφυσούν και με γεμίζουν χάδια. Η Μαμά της οικογένειας ποτίζει, με υποδέχεται με μια ανοιχτή αγκαλιά, εγκάρδια χαμόγελα, όρεξη για κουβεντούλα. Πώς να της αρνηθώ; Ψήνει καφέ, με ρωτάει τα νέα μου, μου εξιστορεί τα δικά της, εξηγεί τους «κανόνες» του σπιτιού -κοινώς, ό,τι θέλεις θα κάνεις, θα σου δώσω κλειδιά, να περάσεις υπέροχα και άλλα τέτοια αυστηρά- και μου δείχνει πού να αφήσω τα πράγματά μου και να τακτοποιηθώ.

Μιας και η ώρα είχε περάσει ο φίλος μου ξυπνάει και μιας και έχουμε καιρό να τα πούμε αρχίζουμε τα δικά μας, να αναπληρώσουμε τον χαμένο χρόνο. Μετά από μια διαδικτυακή συνέλευση αποφασίζεται να πάμε στη Χώρα να γνωρίσω και την υπόλοιπη παρέα. Που ήταν σαν να την ξέρω, καθώς είχα ακούσει αμέτρητες θρυλικές ιστορίες με τις οποίες είχα κλάψει από τα γέλια. Αν τις ακούσεις θα κλάψεις και εσύ. Μια κοπέλα που βρέθηκε να φωτογραφίζει στο Νειμποριό τα χαράματα -ή και όχι, ντόπιοι, παντρεμένοι, φοιτητές, εργαζόμενοι και κάποιοι που λέγονται Ανδριώτες όχι επειδή κατάγονται από εκεί αλλά επειδή ζουν το νησί σα δικό τους.

Σε κάθε τραπεζάκι, σε κάθε βήμα σταματάμε για αγκαλιές και καλωσόρισες, φιλιά και ερωτήσεις για τον χειμώνα που πέρασε και για το καλοκαίρι που θα ρθει. Κάπου εκεί η φιλαρμονική παρελαύνει στον κεντρικό πεζόδρομο δίνοντας μια χαρμόσυνη νότα στο πρωινό. Με ξεναγούν στα βασικά στέκια, τολμώ να πω ότι πλέον έχω κατατοπιστεί. Πλάτανος, Μίκης, απ’ ό,τι φαίνεται είναι τα κεντρικά σημεία συνάντησης και όλοι μαζεύονται, χωρούν γύρω από ένα τραπέζι και τα μεζεδάκια αντικαθιστούν το πρωινό. Πειράγματα, γέλια, αγάπες μεταξύ των φίλων και ο ήλιος γίνεται πιο δυνατός, δίχως να το καταλάβουμε μεσημέριασε.

Μετά από ακριβείς και σαφείς και σωστές οδηγίες αφήνω την παρέα για να βρω τον Αφανή Ναύτη. Ήταν τόσο Αφανής που δε βρεθήκαμε. Δεν πειράζει, τον είχα δει πολλές άλλες φορές. Αντ’ αυτού περιπλανιέμαι στα πάλλευκα σοκάκια, κατηφορίζω στη θάλασσα, βλέπω την ακτή, γραφικές εκκλησίτσες, τα σπίτια γατζωμένα στην άκρη των βράχων καμαρώνω τον Φάρο, τους γλάρους και ονειρεύομαι ήδη καλοκαιράκι και εξορμήσεις. Επιστρέφω στη συντροφιά που είχε ήδη μεγαλώσει καθώς και οι άλλοι συγκάτοικοι ξύπνησαν και μας τίμησαν με την παρουσία τους, ιπτάμενοι και μη, με ζεστό τσάι και συμπάθεια. Η μέρα δεν έχει ουσιαστικά ξεκινήσει. Μας επιφυλάσσει πολλά. Εγώ δεν ήξερα τίποτα. Τότε ήταν, θαρρώ, που ακούστηκε ένα μπαμ και κάτω από μια καρέκλα άρχισαν να βγαίνουν καπνοί. Φωτιά;

*Διάβασες το Πρώτο Μέρος?

3 thoughts on “Το ταξίδι μου στην Άνδρο. Μέρος Δεύτερο. Χώρα, Στενιές, Στενιές, Χώρα.

Let me hear your voice! Η γνώμη σου Εδώ έχει αξία!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s