Ανάσταση στην Άνδρο. Μέρος τρίτο.

anastasi andros

Στον Πλάτανο που καθόμασταν και άρχισαν οι καπνοί, δεν ήταν ποτέ φωτιά. Ένα παιδάκι (;) έβαλε κάτω από την καρέκλα ενός φίλου ένα μικρό εκρηκτικό και εκείνος πετάχτηκε τρομαγμένος, προκαλώντας το χειροκρότημα της πλατείας. Απ’ ό,τι φαντάζομαι, πήγε να αλλάξει γιατί έγινε καπνιστός και εμείς συνεχίσαμε τον περίπατο αφού είμασταν σώοι και αβλαβείς. Στο μεταξύ, πολλές ήταν οι εκρήξεις και ένας παππούς μου θύμησε μια παλιά διαφήμιση γιατί πέταξε από το μπαλκόνι του στα ανυποψίαστα πιτσιρίκια έναν κουβά νερό… Μια δροσιστική στιγμή στη ζέστη του μεσημεριού. Στην Άνδρο, να ξέρεις, αυτό συνηθίζεται, πολλές γιαγιάδες και κάποιοι παππούδες έχουν μπουγελώσει τους φίλους μου. Και είχαν όλοι τους λόγους τους. Ρώτα τους και θα σου πουν.

Μετά τις βόλτες στη Χώρα ακολούθησε στάση στο Νειμποριό. Εκεί μας περίμεναν ντόπιες νηστίσιμες λιχουδιές από στεριά, βουνά και θάλασσα, τοπικοί θρύλοι και θαύματα, σχετικά με ξύλα, σπηλιές και φουρτούνες, και ιστορίες από το σχολείο -τότε που είχαμε ακόμη δραχμή (και χαρτιά φτιαγμένα από πεντοχίλιαρα), και κάποιοι διαβάζαμε ενώ άλλοι έπαιρναν αποβολές. Αλλά η ιστορία με την απλή της πορεία αποδεικνύει ότι αυτό δεν είχε τελικά μεγάλη σημασία, γιατί όλοι μαζί γύρω από ένα τραπέζι τα ίδια καλαμαράκια μοιραστήκαμε.

Όταν φύγαμε είχε ήδη αρχίσει να σουρουπώνει. Ο δρόμος δίχως φώτα και με μερικές λακούβες μας έκανε να οδηγούμε όπως στην Αγγλία -κοινώς, από τα δεξιά. Στην Μικρά Αγγλία βρισκόμασταν, άλλωστε. Στρίβοντας για τις Στενιές είδαμε πολλά πολλά πυροτεχνήματα να γεμίζουν τον ουρανό και ήταν σαν παραμύθι. Αναλογίστηκα τι ωραία που είναι η ζωή στις λεπτομέρειες. Και πώς δυο ώρες μακρυά από την Αθήνα σε ένα αυτοκίνητο πόσο ξέγνοιαστα περνάει κανείς. Άμα έχει καλή συντροφιά. Και καλή διάθεση, να γνωρίσει το καινούριο, να αγκαλιάσει το παλιό και να αφεθεί στην μαγεία της στιγμής.

Στο σπίτι μας περίμενε μια έκπληξη. Μια ακόμη φίλη είχε προστεθεί στην παρέα, έφτασε με το απογευματινό πλοίο και το γνώριμο χαμόγελο. Να κάνουμε μπάνιο, να ετοιμαστούμε, να ξεκουραστούμε, τόσο πολλά στη λίστα μας και πόσο λίγος χρόνος. Με τις κουβέντες και τα πειράγματα η ώρα πέρασε και τρέχαμε να προλάβουμε την Ανάσταση, αφού κάναμε πασαρέλα, δοκιμάσε μερικά συνολάκια (εγώ δεν είχα φέρει πολλά ακριβώς για να γλιτώσω την πρόβα μπροστά στον καθρέφτη) και με την βοήθεια του έμπειρου κοινού διάλεξε το πιο ταιριαστό για την περίσταση.

Καλοντυμένοι με σακάκια οι κύριοι και φορεματάκια οι κυρίες, πηγαίναμε στην Παναγία τη Θεοσκέπαστο. Οι δρόμοι άδειοι, μόνο εμείς κυκλοφορούσαμε σα να μας κυνηγούσαν. Θυμίζαμε κάτι από μαφιόζικη ταινία. Όμως, κάπου κοντά στα ΚΤΕΛ που παρκάραμε, αφήνοντας πίσω μας την Αγία Φωτεινή που ήταν σκοτεινή επειδή ήταν κλειστή, ήχησαν, δυο βήματα έξω από την Παναγία, οι καμπάνες της Ανάστασης. Και αφού ανταλλάξαμε ευχές, φιλιά και Χριστός Ανέστη τρέχοντας, συνεχίσαμε πάλι σαν πρωταγωνιστές περιπέτειας με άψογο μακιγιάζ (τα κορίτσια μόνο) και κομψή περιβολή (όλοι) σκίζοντας τον άνεμο προς την Θεοσκέπαστο.

Ανεβήκαμε σκαλιά, κατεβήκαμε σκαλιά, ξαναανεβήκαμε και φτάσαμε. Την επόμενη μέρα πονούσαν τα γόνατά μου σου λέω… Ο κόσμος να ψέλει και να αγάλλεται και τα βεγγαλικά να σκίζουν τον ουρανό πέφτοντας στη μαύρη θάλασσα. Ο λευκός θόλος με τον σταυρό έκαναν φαντασμαγορική αντίθεση με το σκοτάδι της νύχτας. Όλοι τραβούσαν βίντεο και κάποιοι είχαν αρχίσει ήδη τα τηλέφωνα. Κοίταξα το κινητό μου, είδα τις ευχές που ήθελα και χαμογέλασα.

Βρισκόμενη ανάμεσα σε φίλους που σκόρπιζαν αγάπη γύρω τριγύρω, θυμήθηκα με τη σειρά μου τη δική μου παιδική φίλη που κάθε χρονιά κάναμε μια ευχή όταν βλέπαμε τις πρώτες λάμψεις στον ουρανό, δε σε ρώτησα, άραγε, έκανες και φέτος; Της έμελλε να βρίσκεται σε ένα τραπεζάκι, σε μια ταβέρνα, σε ένα νησί των Βόρειων Σποράδων. Έπειτα, ακούστηκε από το μεγάφωνο της εκκλησιάς μια βροντερή φωνή βγάζοντάς με από τις σκέψεις μου το εξής: «πηγαίνετε τώρα να φάτε μαγειρίτσα», γελάσαμε, και το πλήθος σκόρπισε ανταλλάσοντας αγκαλιές. Οι πιστοί και εμείς μαζί κατηφόρισαν τα σκαλιά της στολισμένης εκκλησίας και μπήκαν μέσα για να προσκυνήσουν.

Αφού κύλησε η ώρα, είπαμε να πάρουμε και εμείς το δρόμο της επιστροφής. Όχι για το σπίτι μας, ή όχι ακριβώς. Για τον Μίκη. Που πολλοί τον αποκαλούν σπίτι. Μπήκαμε, ξανά σαν ήρωες ταινίας, ήπιαμε το νεράκι μας, λουκουμάκι δε μας κέρασαν, αλλά έξω στρώθηκε στο λεπτό αυτοσχέδιο αναστάσιμο τραπέζι με μαγειρίτσα και όλα τα σχετικά. Δεν έφαγα, αφού δεν τρώω ποτέ, αλλά χάζευα τα 20 παράθυρα προσπαθώντας να διαλέξω σε ποιο θα ήθελα να μένω. Επρόκειτο να είναι μια πολλά υποσχόμενη νύχτα. Αλλά γι’ αυτά θα μιλήσουμε στο επόμενο μέρος, για το πώς η Άνδρος διασκεδάζει αφού ο ήλιος και τα μικρά παιδιά πάνε για ύπνο.

*Ευχαριστώ για την αναστάσιμη φωτογραφία 🙂
Κλικ για Πρώτο και Δεύτερο Μέρος.

Advertisements

One thought on “Ανάσταση στην Άνδρο. Μέρος τρίτο.

Let me hear your voice! Η γνώμη σου Εδώ έχει αξία!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s